ἀποκαλύπτω

ἀπο|καλύπτω срывать покровы, открывать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀποκαλύπτω" в других словарях:

  • ἀποκαλύπτω — uncover pres subj act 1st sg ἀποκαλύπτω uncover pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποκαλύπτω — αποκαλύπτω, αποκάλυψα βλ. πίν. 11 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αποκαλύπτω — (AM ἀποκαλύπτω) 1. αφαιρώ το κάλυμμα, ξεσκεπάζω 2. φανερώνω, παρουσιάζω 3. εκμυστηρεύομαι σε κάποιον κάτι νεοελλ. Ι. φέρνω στην επιφάνεια, βγάζω στη φόρα II. ( ομαι) 1. βγάζω το καπέλο μου 2. φρ. «αποκαλύπτομαι μπροστά σε κάποιον» σέβομαι κάποιον …   Dictionary of Greek

  • αποκαλύπτω — [апокалипто] р. раскрывать, обнажать, открывать (памятник и т. п.) …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αποκαλύπτω — ψα, φτηκα, μμένος 1. ξεσκεπάζω, βγάζω στη φόρα: Αποκαλύφτηκαν τα σχέδια των οργανωτών του πραξικοπήματος. 2. σέβομαι, θαυμάζω κάποιον: Μπροστά σ αυτόν αποκαλύπτομαι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποκαλύπτῃ — ἀποκαλύπτω uncover pres subj mp 2nd sg ἀποκαλύπτω uncover pres ind mp 2nd sg ἀποκαλύπτω uncover pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκαλύψουσι — ἀποκαλύπτω uncover aor subj act 3rd pl (epic) ἀποκαλύπτω uncover fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀποκαλύπτω uncover fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκαλύψω — ἀποκαλύπτω uncover aor subj act 1st sg ἀποκαλύπτω uncover fut ind act 1st sg ἀποκαλύπτω uncover aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκεκαλυμμένα — ἀποκαλύπτω uncover perf part mp neut nom/voc/acc pl ἀποκεκαλυμμένᾱ , ἀποκαλύπτω uncover perf part mp fem nom/voc/acc dual ἀποκεκαλυμμένᾱ , ἀποκαλύπτω uncover perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεκαλύφθην — ἀποκαλύπτω uncover aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) ἀποκαλύπτω uncover aor ind pass 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεκάλυπτον — ἀποκαλύπτω uncover imperf ind act 3rd pl ἀποκαλύπτω uncover imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.